πρέφα

πρέφα
η карт.
1) преферанс; 2) колода карт (для преферанса);

§ παίρνω πρέφα — замечать; — пронюхивать (прост.)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "πρέφα" в других словарях:

  • πρέφα — η, Ν άκλ. 1. είδος χαρτοπαιγνίου το οποίο παίζεται από τρία πρόσωπα με τριάντα δύο τραπουλόχαρτα 2. συνεκδ. η δεσμίδα τών τριάντα δύο παιγνιοχάρτων 3. φρ. «παίρνω πρέφα» αντιλαμβάνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. preference / «προτίμηση, είδος… …   Dictionary of Greek

  • πρέφα — η (λ. γαλλ.) 1. είδος χαρτοπαίγνιου που παίζεται με 32 τραπουλόχαρτα. 2. μτφ., αντίληψη, υποψία: Πήρε αμέσως πρέφα (αντιλήφθηκε γρήγορα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καπίκι — το (λ. ρωσ.) 1. ρωσικό νόμισμα που ισοδυναμεί με το ένα εκατοστό του ρουβλίου: Το ρούβλι έχει εκατό καπίκια. 2. στην πρέφα και σε μερικά χαρτοπαίγνια σημαίνει τη μονάδα κέρδους, δηλ. το αντίτιμο για κάθε πόντο: Κέρδισα χίλια καπίκια στην πρέφα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπρίτζ — το παιχνίδι τής τράπουλας που παίζεται από τέσσερεις παίκτες, δύο κατά δύο, με 52 χαρτιά, ανάλογο προς την πρέφα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. bridge, λ. που προήλθε πιθ. με παρετυμολογική επίδραση τής λ. bridge «γέφυρα» < προγενέστερο τ. biritch,… …   Dictionary of Greek

  • παίρνω — (Μ παίρνω) 1. μτφ. λαμβάνω μαζί μου (α. «τόν πήρα και πήγαμε βόλτα» β. «καὶ παίρνοντας τοὺς νέους του ἦλθεν εἰς Ρωμανίαν», Διγεν. Ακρ.) 2. συνεπαίρνω (α. «η ομορφιά της τού πήρε το μυαλό» β. «ἐπήρε καὶ τὸν λογισμόν καὶ αὐτὴν τὴν αἴσθησίν της»,… …   Dictionary of Greek

  • τρύγημα — το, ατος 1. τρύγηση, τρυγητός, τρύγος: Τρύγημα των σταφυλιών. 2. χρηματισμός με επιτηδειότητα σε βάρος κάποιου, απομύζηση: Στην πρέφα κέρδισε πολλά, έκανε τρύγημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φως — το γεν. φωτός, πληθ. φώτα, γεν. πληθ. φώτων 1. το αίτιο (ερέθισμα), που διεγείρει το αισθητήριο της όρασης, που κάνει ορατά τα αντικείμενα, το φέγγος, καθετί που φωτίζει, ό,τι φέγγει: Ηλεκτρικό φως. 2. φωτισμός: Μ αυτή τη λάμπα έχουμε ζωηρότερο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φόρτε — το άκλ. (λ. ιταλ.) 1. δύναμη, ένταση, δυνάμωμα, φορτσάρισμα: Έβαλε όλο του το φόρτε. 2. ξεχωριστή ικανότητα, μεγάλη ικανότητα σε κάτι, δεινότητα: Η πρέφα είναι το φόρτε του. 3. (μουσ.), καθένα από τα ηχηρότερα μέρη της μουσικής σύνθεσης. 4. (μουσ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»